GREENBELT
 
Αναζήτηση    
 

Κρίσιμα προβλήματα



Ορυκτός πλούτος

Ημερομηνία: 13-10-2008 Ορυκτός πλούτος

Άνθρωπος και Περιβάλλον στον 21ο αιώνα.

ΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Ορυκτός Πλούτος

ΜΟΥΣΕΙΟ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Ιστορική διαχρονική εξέλιξη

Ο πρωτόγονος άνθρωπος υποταγμένος στον αδυσώπητο αλλά και υπέρτατο νόμο της αυτοσυντήρησης, κυνηγά τα διάφορα ζώα για να εξασφαλίσει τροφή και να χρησιμο­ποιήσει το δέρμα τους, με μόνο εφόδιο τις μυϊκές του δυνάμεις.

Η διανοητική του όμως εξέλιξη δε μένει χωρίς αντίκρισμα. Αρχίζει να διαστέλλει ορισμένες ιδιότητες των λίθων: ο χρωματι­σμός, η λάμψη, η υφή, το ειδικό βάρος κινούν το ενδιαφέρον του, ενώ η σκληρότητα ασφαλώς τον προσελκύει περισσότερο διότι διαβλέπει τη δυνατότητα να τη χρησιμοποιήσει για την αντιμετώ­πιση ορισμένων αναγκών του.

Ικανοποιημένος από τις ιδιότητες των σκληρών λίθων κατα­σκευάζει τα πρώτα εργαλεία του, τα οποία παραμένουν και τα μο­ναδικά επί μακρότατη χρονική περίοδο. Η ανάγκη εξεύρεσης σκληρών και συνεκτικών λίθων τον αναγκάζει να τους αναζητεί σε κατάλληλες θέσεις και περιοχές, δημιουργώντας μερικές φορές μικρές εκσκαφές για να παρακολουθήσει τη συνέχεια του σκλη­ρού πετρώματος που τον ενδιαφέρει. Είναι η πρώτη επαφή του ανθρώπου με τη μεταλλευτική έρευνα.

Με την εμφάνιση σχεδόν του Homo erectus θεωρείται ότι αρχί­ζει η παλαιολιθική εποχή, η οποία διαρκεί μέχρι το 8.000 π.Χ. περί­που, δηλαδή επί 500.000 έως 600.000 χρόνια. Ο παλαιολιθικός άν­θρωπος κατασκευάζει τα εργαλεία του με επανειλημμένα χτυπήμα­τα και όχι με λείανση όπως στη μεταγενέστερη νεολιθική εποχή. Αποτελούνται κυρίως από φολίδες, δηλαδή κοφτερές σχίζες, και χρησιμεύουν για το διαμελισμό και την εκδορά των θηραμάτων.

Η εμφάνιση του Homo Sapiens συνοδεύεται από μια νέα τε­χνική παραγωγής απολεπισμάτων πυριτόλιθων που προκάλεσε μια δραστική μεταβολή στη μορφή και εξειδίκευση του παλαιολι­θικού εργαλειακού εξοπλισμού. Πρόκειται για την τεχνική των λε­πίδων, μακρόστενων δηλαδή φολίδων με παράλληλες πλευρές, πράγμα που απαιτούσε ειδική προετοιμασία πυρήνων πυριτόλι­θου κατάλληλου σχήματος.

Στην επακολουθούσα μεσολιθική και νεολιθική εποχή, που διαρκεί για την ελληνική τουλάχιστον προϊστορία περισσότερα από 5.000 χρόνια, δηλαδή από το 8000 έως το 2800 ή το 2700 π.Χ., τα εργαλεία τελειοποιούνται, κατασκευάζονται σε μεγαλύ­τερη ποικιλία, ορισμένα δε απ' αυτά στιλβώνονται και χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων και για την επεξεργασία του ξύλου.

Στο τέλος της νεολιθικής περιόδου ο άνθρωπος βρίσκεται στον προθάλαμο μιας νέας εποχής, που χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή και μετέπειτα γενίκευση της χρήσης των μετάλλων.

Αρχίζει η εποχή της χαλκοκρατίας. Η νέα αυτή εποχή δεν προκαλεί μόνο μια τεχνολογική αλλαγή, απλή δηλαδή αντικατά­σταση της βασικής πρώτης ύλης για την κατασκευή εργαλείων και όπλων, αλλά και μια ριζική μεταβολή της πορείας των κοινω­νιών, που σφράγισε κατά τρόπο καταλυτικό τη μετέπειτα εξέλιξη του ανθρώπινου γένους.

Η αρχαιότερη οργανωμένη εκμετάλλευση που αναφέρεται φαί­νεται ότι διενεργήθηκε από τους Αιγυπτίους στα μεταλλεία χαλκού και πολύτιμων λίθων στη Χερσόνησο του Σινά, περί το 3400 π.Χ., αργότερα δε (περί το 2500 π.Χ.) και στη Νουβία του Σουδάν, όπου ορύσσονταν μικρά φρέατα και στοές σε χρυσοφόρους φλέβες.

Το καθοριστικό όμως γεγονός που βοήθησε την ανθρωπότητα να περάσει στην εποχή των μετάλλων ήταν η ανακάλυψη της ανα­γωγής των οξειδίων του χαλκού, που έγινε προς το τέλος της νεολι­θικής εποχής και προχώρησε αργότερα και σε άλλα μεταλλεύματα με αποτέλεσμα τη λήψη αργύρου, μολύβδου, κασσίτερου κλπ. Θα πρέπει πάντως να σημειώσουμε, ότι ακόμη και ο πρωτόγονος άν­θρωπος δεν άργησε να παρατηρήσει ότι ορισμένα μέταλλα και ορυ­κτά ερχόμενα σε επαφή με τη φωτιά τήκονταν, πράγμα που αποτέ­λεσε άλλωστε και την πρώτη εμπειρία του με τη μεταλλουργία.

Με την είσοδο στην Εποχή του Χαλκού παρατηρείται μια κα­ταπληκτική άνθηση της μεταλλοτεχνίας, η οποία είναι άλλωστε εμφανής και στον ελλαδικό χώρο από τους χρόνους του μινωικού πολιτισμού (δηλαδή από το 2.500 π.Χ.) και του μεταγενέστερου μυκηναϊκού πολιτισμού (δηλαδή από το 1.600 π.Χ.)

Το επόμενο καθοριστικό βήμα αποτέλεσε η ανακάλυψη μεθό­δων για εξαγωγή σιδήρου από σιδηρούχα μεταλλεύματα, μάλλον περί το 14ο αιώνα π.Χ., γεγονός με τεράστιες επιπτώσεις στην κατασκευή εργαλείων και όπλων.

Κατά την τρίτη και δεύτερη χιλιετία π.Χ. η μεταλλευτική στον πρωτοϊστορικό ελληνικό χώρο δεν παρουσίασε αξιοσημείωτη δραστηριότητα, υπήρχε όμως χρυσός στη Βόρεια Ελλάδα (Μακε­δονία, Θράκη, Θάσο) αυτοφυής και προσχωματικός. Δε γνωρίζουμε επίσης ποιες ελλαδικές πηγές μετάλλων χρησιμοποιήθη­καν αργότερα, μεταξύ 1125 και 800 π.Χ.

Πάντως, από τους αρχαιοελληνικούς χρόνους, που αρχίζουν από τον 8ο αιώνα π.Χ., αναπτύσσονται σε σπουδαία μεταλλευτικά κέντρα η Ροδόπη, η περιοχή Παγγαίου, η Θάσος, η Λαυρεωτική, η Κύθνος, η Σέριφος, η Σίφνος κλπ., που έδωσαν κατά καιρούς μικρές ποσότητες χρυσού, αργύρου, χαλκού και μολύβδου και σημαντικές ποσότητες σιδηρούχων μεταλλευμάτων. Κατά την ίδια εποχή η Κύπρος παρήγαγε αρκετό χαλκό και λίγο άργυρο. Κατά τους διαρρεύσαντες έκτοτε αιώνες η χρησιμοποίηση του σιδήρου γενικεύεται και συντελεί στην πρόοδο των κοινωνιών και την ανάπτυξη των πολιτισμών.

Από το 700 π.Χ. περίπου η εκμετάλλευση των ορυκτών πόρων εντείνεται και κορυφώνεται κατά την ανεπανάληπτη περίοδο του κλασικού ελληνι­σμού (5ο και 4ο αιώνα π.Χ.), οπότε η εκμετάλλευση, επεξεργασία και καμινεία των αργυρούχων μεταλ­λευμάτων στη Λαυρεωτική γνωρίζει ιδιαίτερη ακμή, καθώς διεξάγεται με μεθόδους που ακόμη και σήμε ρα προκαλούν τον παγκόσμιο θαυμασμό, ενώ ο πα­ραγόμενος άργυρος παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της αθηναϊκής δημοκρατίας και τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών στη Σαλαμίνα.

Κατά τους χρόνους της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η μεταλλεία σημείωσε αξιόλογη ανάπτυξη, δεδομέ­νου ότι οι Ρωμαίοι πριν ολοκληρώσουν την κατά­κτηση του ελλαδικού χώρου (146 π.Χ.) είχαν υπο­δουλώσει όλες τις πλούσιες σε μεταλλεύματα χώρες της Μεσογείου, από την Ιβηρική μέχρι τη Συρία, αλλά και από την Αφρική έως του Δούναβη.

Ατυχώς, κατά την επακολουθήσασα προβυζαντινή περίοδο (324-642 μ.Χ.) όσο και κυρίως κατά την περίοδο του βυζαντινού ελληνισμού (642-1453 μ.Χ.), η βυζαντινή διοίκηση επέδειξε μάλ­λον αδιαφορία για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου, και περιορίστηκε στα πολύτιμα μέταλλα, γεγονός το οποίο επέδρα­σε καταλυτικά στην πορεία της.


Η νέα εποχή

Κατά τις επακολουθήσασες περιόδους των μεταρρυθμίσεων, της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, οπότε αναπτύσσονται οι επιστήμες και οι τέχνες, η μεταλλεία σταδιακά αναπτύσσει επίσης ολοένα και περισσότερο έντονη δραστηριότητα, η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στην είσοδο της ανθρωπότητας στην εποχή της μη­χανής, την αποκληθείσα και εποχή της προόδου, κατά το 19ο αιώνα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά το 16ο αιώνα μ.Χ. η μεταλλευτι­κή δραστηριότητα στην Κεντρική Ευρώπη προβάλλεται εναργώς στο μνημειώδες σύγγραμμα του Agricola, υπό τον τίτλο De re metallica (Περί πραγμάτων μεταλλικών, 1555), στο οποίο περιγρά­φονται με εξαντλητική εμβάθυνση αρχές και μέθοδοι της μεταλ­λευτικής πρακτικής, οι οποίες και σήμερα ακόμη εφαρμόζονται.

Ο 20ος αιώνας άρχισε με μια ανεκτίμητη τεχνολογική κληρο­νομιά (ατμομηχανή, ηλεκτρικός κινητήρας, πεπιεσμένος αέρας, εκρηκτικές ύλες, μηχανή Diesel, τηλέφωνο κλπ. κλπ.), η οποία, εμπλουτισμένη με τις νέες ιδέες που έρχονταν από το Νέο Κό­σμο, οδήγησε την ανθρωπότητα στην ατομική και τη διαστημική εποχή. Η μεταλλευτική και γενικότερα η εξορυκτική δραστηριό­τητα πήρε σταδιακά τη σημερινή της μορφή.


Η εξασφάλιση των ορυκτών υλών. Προβλήματα και προοπτικές

Υπό τις διαμορφωθείσες νέες συνθήκες και σε συνάρτηση με την αλματώδη αύξηση του πληθυσμού της Γης, η ανθρωπότητα καλείται να αντιμετωπίσει δύο εξόχως σοβαρά προβλήματα, ανα­φερόμενα, αφενός μεν στη διαρκώς εντεινόμενη αύξουσα ζήτη­ση ορυκτών υλών και αφετέρου στην εξάντληση των αποθεμά­των στην κλίμακα των αιώνων.

Είναι προφανές ότι η αύξουσα ζήτηση των ορυκτών υλών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με την ανάλογη αύξηση των ρυθμών απολήψεως των γνωστών κοιτασμάτων, την επινόηση και χρησιμοποίηση εξοπλισμού υψηλών αποδόσεων, την εφαρ­μογή τεχνολογιών αιχμής και τη διείσδυση των υπόγειων εκμε­ταλλεύσεων σε ολοένα και μεγαλύτερα βάθη. Από την άλλη πλευρά, ο ορυκτός πλούτος της Γης εξαντλείται ανεπιστρεπτί. Η δραματική πληθυσμιακή έκρηξη που σημειώθηκε στον πλανήτη, ιδιαίτερα κατά τον 20ο αιώνα, είχε ως αποτέλεσμα να εκτινάξει στα ύψη την παγκόσμια παραγωγή ορυκτών πρώτων υλών.

Για το αμέσως προσεχές μέλλον το πρόβλημα τούτο φαίνε­ται ότι θα αντιμετωπιστεί με την εντατικοποίηση των ερευνών προς εντοπισμό νέων αποθεμάτων, την αξιοποίηση, με κατάλλη­λες μεθόδους επεξεργασίας, ολοένα και πτωχότερων σε χρήσι­μα συστατικά ορυκτών υλών και αργότερα με την εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου μεταλλευτικού πλούτου.

Η θάλασσα καλύπτει το 71% περίπου του στερεού φλοιού της Γης και περιέχει 1,4 δισεκατομμύρια κυβικά χιλιόμετρα ύδατος, εντός του οποίου βρίσκονται διαλυμένα όλα σχεδόν τα μέταλλα, και συνεπώς αποτελεί μια ανεξάντλητη αποθήκη μετάλλων, η απόληψη των οποίων αποτελεί προς το παρόν οικονομικό και μό­νο θέμα. Πέραν όμως τούτου, οι διεξαχθείσες κατά τα τελευταία έτη έρευνες του θαλάσσιου πυθμένα απέδειξαν ότι υφίστανται φανταστικές δυνατότητες απολήψεως μεταλλευμάτων και μετάλ­λων, δεδομένου ότι απαντούν, σε απίστευτη αφθονία, σφαιρίδια (κόνδυλοι) που περιέχουν κατά μέσο όρο 25% μαγγάνιο και 15% σίδηρο, ως και υπολογίσιμα ποσοστά χαλκού, νικελίου και κοβαλ­τίου. Οι ενθουσιώδεις ερευνητές του θαλάσσιου πυθμένα, έκπλη­κτοι εμπρός στις διαφαινόμενες δυνατότητες, αλλά και στο γεγο­νός ότι ολοένα και νέοι κόνδυλοι σχηματίζονται αενάως, υποστη­ρίζουν ότι ακόμη και 10% των αποθεμάτων τούτων εάν αποληφθεί επαρκεί να καλύψει τις ανάγκες της ανθρωπότητας στα περιεχό­μενα στους κονδύλους μέταλλα, επί χιλιάδες χρόνια.

Για λόγους που εκφεύγουν του σκοπού του παρόντος, φαίνε­ται ότι ο άνθρωπος ασχολήθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες και εξακολουθεί να ασχολείται περισσότερο με το διάστημα πα­ρά με τους ωκεανούς, οι οποίοι αποτελούν ουσιαστικά το εσωτε­ρικό διάστημα του πλανήτη μας.

Αλλά ενώ τα προβλήματα για την εκμετάλλευση των επί του πυθμένα της θάλασσας χαλαρών κοιτασμάτων και των υπό μορφή σφαιρών μεταλλοφόρων συγκεντρώσεων έχουν διερευ­νηθεί σε σημαντικό βαθμό, υφίστανται ασφαλώς κοιτάσματα υπό τον πυθμένα των θαλασσών, το μέγεθος και την έκταση των οποίων δε γνωρίζουμε.

Βεβαίως, κοιτάσματα υπό τη θάλασσα εκμεταλλεύονται ήδη, αλλά σε μικρές σχετικώς αποστάσεις από την ακτή (5 έως 10 χλμ), πλην όμως η προσπέλαση τους διενεργείται από την ξηρά. Θα κα­ταστεί εντούτοις στο μέλλον απαραίτητο όπως η προσπέλαση εκτελεστεί από την επιφάνεια της θάλασσας, πράγμα το οποίο θα εμφανίσει σειρά δυσχερών προβλημάτων προσέγγισης του βυθού προκειμένου να ορυχθούν στη συνέχεια υποθαλάσσια φρέατα.

Τα προβλήματα τα οποία πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν όσον αφορά τη διακίνηση, την απασχόληση και την ασφάλεια του προσωπικού, την εξασφάλιση των απαραίτητων εν γένει μορφών ενέργειας και την εφαρμογή κατάλληλων ειδικών μεθόδων εκμε­τάλλευσης είναι κολοσσιαία. Οπωσδήποτε όμως η πρόκληση υφί­σταται. Η ανεξάντλητη αποθήκη των βυθών παραμένει άθικτη και ασφαλώς αποτελεί την αναμφισβήτητη δυνατότητα του μέλλοντος.

Είναι απαραίτητο ακόμη να αναφερθεί ότι αχανείς εκτάσεις του πλανήτη μας στην Αρκτική και Ανταρκτική καλύπτονται από αιώ­νιους πάγους. Το εχθρικό κλίμα και τα δυσεπίλυτα προβλήματα που αντιμετωπίζονται έχουν αποτρέψει την εκμετάλλευση του ορυ­κτού πλούτου στις περιοχές αυτές. Εντούτοις, εκεί, μια άλλη σπου­δαία μελλοντική μεταλλευτική πρόκληση περιμένει τον άνθρωπο.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ, ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΥΚΤΩΝ (σε χιλιάδες τόνους)

ΠΡΟΪΟΝ 2000 2001 2002

1. Αλουμίνα ένυδρη 890 710 750

2.

Αλουμίνιο

188

183

185

3.

Άστριος

72

80

85

4.

Βωξίτης

1988

2052

2492

5.

Γαληνίτης εμπλουτισμένος

22

38

38

6.

Γύψος

801

808

730

7.

Δίπυρος μαγνησία

34

30

46

8.

Ζεόλιθος

8

3

4

9.

Καολίνης

23

38

41

10.

Καυστική μαγνησία

110

113

110

11.

Κίσσηρις

852

802

810

12.

Λευκόλιθος

445

483

520

13.

Λιγνίτης

64.026

66.730

70.700

14.

Μάρμαρα

2000

2000

2000

15.

Μπεντονίτης

1150

1250

1080

16.

Νικέλιο (περιεχόμενο σε κράμα)

17

18

19

17.

Νικελιούχα σιδηρομεταλλεύματα

2395

2198

2657

18.

Περλίτης

895

825

760

19.

Πουζολάνη

936

1308

1300

20.

Σφαλερίτης εμπλουτισμένος

32

60

64

21.

Χαλαζίας

13

11

14

22.

Χουντίτης - Υδρομαγνησίτης

16

9

18


Σύγχρονες τάσεις της μεταλλευτικής βιομηχανίας

Είναι γνωστό ότι η παγκόσμια παραγωγή, επεξεργασία και κατανάλωση μεταλλευτικών υλών χαρακτηρίζονται από εξαιρε­τικά άνιση κατανομή. Τα ανεπτυγμένα κράτη καταναλώνουν πε­ρισσότερα από τα 2/3 της παγκόσμιας παραγωγής, έναντι του 10% των υπό ανάπτυξη χωρών, οι οποίες όμως παράγουν του­λάχιστον το 1/3 αυτής, εξυπηρετώντας κατ' αυτό τον τρόπο το 50% τουλάχιστον των αναγκών των ανεπτυγμένων χωρών. Είναι συνεπώς προφανές ότι η εξάρτηση των ανεπτυγμένων χωρών από τις υπό ανάπτυξη, ακόμη δε και τις υποανάπτυκτες χώρες, η οποία έχει ήδη φτάσει σε κρίσιμο σημείο, θα εντείνεται συνεχώς.

Η σημασία της εξάρτησης αυτής γίνεται καθοριστική, δεδο­μένου ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες κατέχουν το 40% τουλάχι­στον των παγκόσμιων μεταλλευτικών αποθεμάτων, ποσοστό το οποίο ασφαλώς θα αποδειχθεί απατηλό, αφού, για προφανείς λόγους, στις χώρες αυτές η μεταλλευτική έρευνα δεν έχει διεξα­χθεί συστηματικά, σε αντίθεση με τις ανεπτυγμένες χώρες, στις οποίες έχει σχεδόν κορεστεί.

Από τη άλλη πλευρά, η πληθυσμιακή έκρηξη που σημειώνε­ται στον πλανήτη μας οδηγεί αναπόφευκτα σε αύξηση της ζήτη­σης μεταλλευτικών πρώτων υλών. προς παραγωγή αγαθών και βιομηχανικών προϊόντων, τα οποία όμως παράγονται στις ανε­πτυγμένες χώρες.

Η μεταπολεμική εποχή χαρακτηρίστηκε από την ανάδυση με­γάλης ομάδας κρατών με μεγάλες και επείγουσες ανάγκες προ­μήθειας πρώτων υλών. Είναι πρόδηλο ότι η μεταλλευτική βιομη­χανία αντιμετωπίζει κατά τις τελευταίες δεκαετίες θεμελιώδεις αλλαγές. Χαρακτηρίζεται πλέον από ένα γιγαντισμό των απαι­τούμενων κεφαλαίων για έρευνα και ανάπτυξη και συγχρόνως αντιμετωπίζει τις νέες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες οι οποίες διαμορφώθηκαν από τις δραστικές αλλαγές που συντελέ­στηκαν σε μεγάλα τμήματα της υφηλίου, επί των οποίων τα βιο­μηχανικούς ανεπτυγμένα κράτη ασκούσαν επί μακρόν μια κατα­θλιπτική επιρροή, αν μη και κυριαρχία.

Προς εξασφάλιση των μεταλλευτικών πρώτων υλών δεν αρ­κούν πλέον τα κεφάλαια και η τεχνολογία. Απαιτούνται ακόμη και εξαιρετικά λεπτοί χειρισμοί σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κοι­νωνικοπολιτικό περιβάλλον.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, η μεταλλευτική βιομηχανία των προηγμένων χωρών, κυρίως της Βόρειας Αμερικής και της Ευ­ρώπης, έχοντας υποστεί δραματικά πλήγματα, οφειλόμενα τόσο στις πετρελαϊκές κρίσεις όσο και στον εντεινόμενο ανταγωνισμό, μεταθέτει με συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό τη βάση των επιχειρή­σεων της προς τα αναπτυσσόμενα κράτη, τα οποία διαθέτουν περίσσεια χαμηλά αμειβόμενου εργατικού δυναμικού και πλού­σια κοιτάσματα, ευκόλως εξορυσσόμενα, ενώ κατά κανόνα η προστασία του περιβάλλοντος δεν αποτελεί παράγοντα απόλυ­της προτεραιότητας.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Χιλή διαθέτει το 25% των γνω­στών κοιτασμάτων χαλκού του κόσμου και η Αφρικανική Γουϊνέα το 40% των παγκόσμιων αποθεμάτων βωξίτη.

Η Βραζιλία κατέχει τεράστια αποθέματα σιδηρομεταλλευμάτων εξαιρετικής ποιότητας, ενώ μεγάλης κλίμακας αποθέματα άν­θρακα έχουν εντοπιστεί στην Κίνα, Ινδία και Κορέα. Παράλληλα, δεν πρέπει βεβαίως να παραβλέπεται και το ισχυρό μεταλλευτικό δυναμικό των ανεπτυγμένων χωρών και κυρίως των ΗΠΑ, Κανα­δά, Νότιας Αφρικής, Ρωσίας και Αυστραλίας.

Το ελληνικό υπέδαφος, παρά τη σχετικά μικρή έκταση της χώρας (132.000 km2), περιέχει μια σημαντική ποικιλία μεταλλευ­μάτων και ορυκτών, μερικά εκ των οποίων διακρίνονται σε διεθνές επίπεδο και, φυσικά, έχουν σημαντική οικονομική σημασία.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση μεταξύ των λιγνιτοπαραγωγών χωρών της υφηλίου και κατέχει ποσοστό 2,75% των παγκόσμιων αποθεμάτων βωξίτη, η εκμετάλλευση και μεταλλουργική επεξεργασία του οποίου στη χώρα μας αποδίδει σημαντικές ποσότητες αλουμίνας και Αλουμι­νίου. Βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών παραγωγής μπεντονίτη, περλίτη και κίσσηρης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κυμαίνεται μεταξύ πρώτης και τρίτης θέσης παγκοσμίως. Με την εκμετάλλευση σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων και τη μεταλ­λουργική επεξεργασία τους παράγει αξιόλογο ποσοστό του με­ταλλικού Νικελίου στο δυτικό κόσμο.

Ακόμη, παράγει αξιόλογες ποσότητες συμπυκνωμάτων θει­ούχου μολύβδου και ψευδαργύρου, μαγνησίτου, δίπυρης μαγνη­σίας, γύψου, πουζολάνης, χαλάζιου, αστρίων και άλλων βιομηχα­νικών ορυκτών.

Τέλος, διαθέτει εξαιρετικά μεγάλα αποθέματα τύρφης, μεγά­λη ποικιλία μαρμάρων και φυσικά ανεξάντλητα αποθέματα ασβε­στόλιθων, που αποτελούν την πρώτη ύλη της τσιμεντοβιομηχα­νίας, ενώ πρόσφατες σχετικές έρευνες απέβησαν θετικές ανα­φορικά με τις δυνατότητες παραγωγής χρυσού.

Συμπερασματικά, τηρουμένων των αναλογιών, η Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί ως μία αξιόλογη μεταλλευτικώς χώρα, η οποία εντούτοις αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων και σοβαρά προ­βλήματα εκ του διεθνούς ανταγωνισμού.

Τονίζεται ότι η σύγχρονη μεταλλευτική βιομηχανία με τη βοή­θεια της ηλεκτρονικής τεχνολογίας επινοεί και προωθεί βελτιώ­σεις στον εξοπλισμό και τις μεθόδους εκμετάλλευσης, που συνε­πάγονται σοβαρές επιπτώσεις και κοινωνικές αλλαγές κυρίως στην απασχόληση, την εκπαίδευση και την ασφάλεια των εργα­ζομένων, ενώ αποδίδει ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στην ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών αναφορικά με την αναγκαιό­τητα ορισμένων επεμβάσεων στο περιβάλλον, προκειμένου να ασκηθεί επιτυχώς η μεταλλεία.



Συμπέρασμα και πρόβλεψη

Στον 21ο αιώνα που άρχισε, το ανθρώπινο γένος δε θα δυ­σκολευτεί να εξασφαλίσει τις απαραίτητες για την πρόοδο του πολιτισμού του ορυκτές ύλες και συνεπώς δε θα αναγκαστεί να προσφύγει - τουλάχιστον σε σημαντική κλίμακα - στα ανεξάντλη­τα αποθέματα του θαλάσσιου βυθού. Βοηθούντος και του εκμη­δενισμού των αποστάσεων, θα δυνηθεί να αντιμετωπίσει τα πολυσχιδή τεχνικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τα οποία ορθώνονται ενώπιον του ως αποτέλεσμα της άσκησης μιας εξό­χως ιδιότυπης και δυσχερούς δραστηριότητας που αφορά την εκμετάλλευση των ορυκτών πόρων του πλανήτη μας, της θαυμα­στής Γαίας.


Ιωάννης Ν. Οικονομόπουλος

Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ




Αρχαίο Λαύριο. Είσοδος στοάς στο μεταλλείο.




 

 

 

 




Παράσταση από αρχαία ελληνική μεταλλευτική δραστηριότητα.

 




Μεταλλευτική-μεταλλοτεχνική δραστηριότητα και εμπορία ορυ­κτών στην Κεντρική Ευρώπη στις αρχές του 16ου αι. μ.Χ.





Ραβδοσκόπος ερευνά για τον εντοπισμό μεταλλευμάτων.




Αξιωματούχοι μεταλλείων και μεταλλωρύχοι σε παρέλαση.

 




Σύγχρονο επιφανειακό ορυχείο βιομηχανικών ορυκτών στην Ελλάδα.

 




Σύγχρονο υπόγειο μεταλλείο.

 

 

 

 




Εκμετάλλευση λιγνιτικών κοιτασμάτων στην Ελλάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

« Επιστροφή


 

Media


Τελευταία νέα

Παρέμβαση της GREENBELT για την αλματώδη αύξηση των Αδέσποτων ζώων
Παρέμβαση της Green Belt αναφορικά με την δημοσίευση εκθέσεων μη-χρηματοοικονομικών απολογισμών
Νέο Δ.Σ της Greenbelt
Την Κυριακή 4 Μαρτίου 2012 συμμετέχουμε σε μια ακόμα δενδροφύτευση!
Άμεσες ενέργειες για τους τουρκικούς εμπρησμούς

 

Συχνές ερωτήσεις

Κάθε πότε θα γίνονται οι δενδροφυτεύσεις;
Τι σημαίνει Μη κυβερνητική, Μη κερδοσκοπική Οργάνωση (Μ.Κ.Ο.);
Ποιοι είναι οι χορηγοί της Green Belt;
Γιατί έχουμε χορηγούς;

 


Υπολόγισε το Footprint σου Υπολόγισε το Footprint σου